Blog

Τα όρια ανάμεσα στην ψυχή και το περιβάλλον μας.

Τα τελευταία χρόνια, που ο καθένας αυτοπροσδιορίζεται ως ειδικός και γράφει “συμβουλές”, η επιλογή του «όχι» έχει αναδειχθεί σε χαρακτηριστικό «δυνατών ανθρώπων» που επιβάλλουν την παρουσία τους μέσα από επιδεικτικά όρια. Λες και το τυφλό «όχι» έχει μεγάλη διαφορά από ένα φοβισμένο «ναι».. Πίσω από την επιπολαιότητα τέτοιων συζητήσεων ενυπάρχει η αίσθηση των ορίων, της απόρριψης και της εγκατάλειψης. Υπάρχει η συνεχής προσπάθεια για οικοδόμηση ενός εαυτού που ξέρει να συνδέεται θετικά, με τον ίδιο και τους άλλους. Στην πραγματικότητα, τα άκρα κι από τις δύο μεριές τους, αντανακλούν την εξάρτηση και τον εγωκεντρισμό, αυτά που συχνά αποκαλούμε “τοξικότητα”.

Σε αυτό το άρθρο αναζητώ την αλήθεια πίσω από την εντύπωση, όπως θα έλεγε και ένας αγαπημένος μου θεραπευτής. Η επιβολή φαντασμαγορικών “όχι” και η σιωπή των ατέρμονων “ναι”, καταλήγουν στο ίδιο κενό, την αδυναμία συγκρότησης ενός σχετικά σταθερού αισθήματος εσωτερικής ασφάλειας, δηλαδή την απουσία μιας αίσθησης αυτό-αποτελεσματικότητας και ανθεκτικότητας.

Η διάκριση ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο.

Τα ουσιώδη όρια στη ζωή, αφορούν πρωτίστως τη σχέση ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό μας κόσμο, ανάμεσα στον ψυχισμό και το περιβάλλον. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν αυτοί οι δύο κόσμοι είναι αδιαφοροποίητοι, με θολά όρια ή παντελώς ασύνδετοι με όρια τόσο αυστηρά και ενισχυμένα που ο ένας δεν επικοινωνεί με τον άλλον. O εξωτερικός κόσμος μπορεί να γίνει ένα πεδίο επίλυσης εσωτερικών συγκρούσεων. Οι άνθρωποι βλέπουν συνεχώς μάχες εκεί που δεν υπάρχουν κι ερμηνεύουν τα πάντα με βάση τις σκοτεινές πτυχές της προσωπικότητάς τους. Στην πραγματικότητα ο ψυχισμός αναπτύσσει μια αυτό-αναφορική αντίληψη, αδυνατεί να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί τη διαφορετικότητα του άλλου ακυρώνοντας έτσι την ίδια την ύπαρξη του εξωτερικού περιβάλλοντος.

Ομοίως και αντιστρόφως, άλλοι άνθρωποι αδυνατούν να διαφοροποιηθούν από το περιβάλλον τους και εσωτερικεύουν πλήρως, δίχως δεύτερη σκέψη, κάθε ιδέα, απόφαση, ηθική και επιλογή των άλλων. Αφομοιώνονται σε σχέσεις και επικοινωνίες, παρασυρμένοι στη δίνη μιας υπερβολικής και ανυπόφορης προσαρμοστικότητας, χωρίς να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, χωρίς να ακούγεται η φωνή τους. Πόσο διατηρείται έτσι η αυτονομία του ψυχισμού μας; Σε ποιο βαθμό μπορούμε και επηρεάζουμε το ψυχοκοινωνικό περιβάλλον, πόσο μπορούμε να ορίζουμε την καθημερινότητά μας και σε ποιο βαθμό επιτρέπουμε στον εξωτερικό μας κόσμο να ορίζει τις επιλογές και τις αλήθειες μας;

Η ακύρωση ενός από τους δύο κόσμους οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές.

Όταν ανάμεσα στους δύο κόσμους υπάρχει σύγχυση, προκαλούνται σοβαρά προβλήματα στη δημιουργία σχέσεων. Από τη μία, είναι εκείνοι που γίνονται τόσο εξαρτητικοί που καταπίνονται από τις ανάγκες των άλλων, ακολουθούν πιστά την ηθική και τις επιθυμίες τους και δέχονται άκριτα τις αποφάσεις τους. Πολύ εύκολα εξιδανικεύουν και θαυμάζουν κάποιον και εξίσου εύκολα μπορούν να απογοητευθούν από εκείνον και να νιώσουν προδομένοι. Από την άλλη, υπάρχουν κι εκείνοι που απαιτούν την προσαρμογή των άλλων στη δική τους εσωτερική πραγματικότητα, λειτουργώντας εγωκεντρικά και αντικοινωνικά. Είναι άνθρωποι που μπορούν να κοινωνικοποιούνται και να συμμετέχουν σε σχέσεις μόνο μέσα από τον ρόλο του αυστηρού ηγέτη. Και οι δύο εκδοχές, είναι όψεις του ίδιου νομίσματος.

Η πηγή του προβλήματος βρίσκεται στην οικοδόμηση της προσωπικότητας.

Η δυσαρμονική σχέση του εσωτερικού κόσμου με τον εξωτερικό, συνδέεται άμεσα με την αδυναμία συγκρότησης προσωπικής ταυτότητας. Αυτό το έλλειμα οφείλεται συνήθως σε ισχυρό ψυχικό τραύμα κατά την παιδική ηλικία, σε ψυχικά ή και σωματικά κακοποιητική σχέση με τους γονείς, έντονη αίσθηση απόρριψης ή εγκατάλειψης και βεβαίως αδυναμία διαφοροποίησης και αυτονόμησης από το ίδιο το οικογενειακό σύστημα. Και στις δύο περιπτώσεις συμπεριφορών, επικρατεί η αίσθηση απώλειας ελέγχου της ζωής, έντονο αίσθημα απειλής, φόβος απόρριψης και εγκατάλειψη. Συναισθήματα και συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται σχεδόν σε κάθε σχέση στην ενήλικη ζωή. Είναι η πρωταρχική, βαθύτερη αίσθηση ότι δεν αξίζω να αγαπηθώ, δεν γνωρίζω την αποδοχή, που οδηγεί είτε στον εγωκεντρισμό είτε στην εξάρτηση.

Η Θεραπευτική Πράξη.

Σκοπός της Θεραπείας είναι η αυτονόμηση του ψυχισμού από το εξωτερικό του περιβάλλον, στον βαθμό που του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται και να αποδέχεται τη διαφορετικότητά του και να κατανοεί τις ενδογενείς ερμηνείες του. Έτσι ο θεραπευόμενος θα μπορεί να διατηρεί τις σχέσεις που επιθυμεί. Ο αυτόνομος εαυτός διαμορφώνει καλύτερες σχέσεις και συνδέεται ουσιαστικά με τους άλλους. Η Ψυχοθεραπεία ενός κατακερματισμένου εαυτού, εστιάζει αρχικά στην σταθεροποίηση των συναισθηματικών μεταπτώσεων, στην οικοδόμηση μιας εσωτερικής ασφάλειας και στην σταδιακή αναδόμηση του εσωτερικού χάους. Όσο αυτό το χάος αναδομείται τόσο ενεργοποιείται η διεργασία της θετικής αλλαγής. Ταυτόχρονα, με σύγχρονες μεθόδους τραυματοθεραπείας, ενεργοποιείται ο μεταβολισμός των τραυματικών εμπειριών και αξιοποιούνται οι εσωτερικές δυνάμεις του θεραπευόμενου που θα τον βοηθήσουν στη θεραπευτική πράξη. Κλειδί, αποτελεί η εγκατάσταση της θεραπευτικής σχέσης και η δημιουργία ενός περιβάλλοντος ασφάλειας και αποδοχής μέσα στη συνεδρία.

previousnext