Η απώλεια ενός αγαπημένου καλλιτέχνη έχει ανοίξει μια χρήσιμη δημόσια συζήτηση για τους «υπνωτιστές», τις αποκαλούμενες «εναλλακτικές» ή «ολιστικές θεραπείες» και, γενικότερα, το πεδίο παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης χρειάζεται να οριστούν έννοιες και να αποσαφηνιστούν όρια, ώστε να μη συγχέουμε την ψυχοθεραπεία με την προσωπική ανάπτυξη, την ψυχική υγεία με την πνευματική αναζήτηση, την κλινική ύπνωση με τον «υπνωτισμό» και μια εναλλακτική προσέγγιση με την ανάληψη θεραπευτικής ευθύνης.
Χρειάζεται καθαρή ματιά στα πράγματα, χωρίς υπερβολές προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Η ελευθερία του ανθρώπου να επιλέγει πώς θα αναζητήσει νόημα, ανακούφιση ή προσωπική ανάπτυξη είναι σημαντική. Όταν όμως αναφερόμαστε στην ψυχική υγεία, δεν μιλάμε απλώς για ιδέες και διαφορετικές κοσμοθεωρίες, αλλά για ανθρώπους που υποφέρουν και ζητούν βοήθεια σε φάση υψηλής ευαλωτότητας. Εκεί η επιλογή συναντά αναγκαστικά τα όρια και την ευθύνη.
Η Ψυχοθεραπεία ασκείται από συγκεκριμένες ειδικότητες
Οι όροι «ψυχοθεραπευτής», «θεραπευτής» ή «σύμβουλος» δεν αποτελούν αυτοτελείς επαγγελματικές ιδιότητες. Ακόμη και αν κάποιος εκπαιδευτεί σε μια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, αυτό δεν του επιτρέπει αυτομάτως την άσκηση ψυχοθεραπείας. Η ψυχοθεραπεία ασκείται από κατάλληλα εκπαιδευμένους Ψυχολόγους, Ψυχιάτρους και Παιδοψυχιάτρους, Νευρολόγους, εντός των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων.
Η θεραπευτική μέθοδος προστίθεται στην επιστημονική και επαγγελματική ιδιότητα και ασκείται μέσα στα όριά της. Δεν αποκτά κάποιος αρμοδιότητα να αναλαμβάνει τη θεραπεία ψυχικών προβλημάτων επειδή ολοκλήρωσε μια εκπαίδευση σε μια τεχνική ή ένα θεραπευτικό μοντέλο. Ακόμη κι αν το συγκεκριμένο μοντέλο είναι επιστημονικά και ερευνητικά τεκμηριωμένο.
Κλινική ύπνωση και «υπνωτιστές»
Αντίστοιχη τακτοποίηση χρειάζεται και στη συζήτηση για την ύπνωση. Η κλινική ύπνωση δεν αποτελεί αυτόνομο επαγγελματικό πεδίο. Δεν υφίσταται, υπό την κλινική έννοια, ένα αυτόνομο επάγγελμα «υπνωτιστή» ή «αναδρομέα» που αποκτά θεραπευτική αρμοδιότητα επειδή κάποιος εκπαιδεύτηκε στην ύπνωση.
Η κλινική ύπνωση είναι μια επιστημονικά μελετημένη μέθοδος που χρησιμοποιείται από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες, μέσα στα όρια της επαγγελματικής τους αρμοδιότητας και με βάση τις ενδείξεις, τις αντενδείξεις και τους περιορισμούς της. Η κατάχρησή της ή η εφαρμογή της από πρόσωπα χωρίς κατάλληλο επαγγελματικό υπόβαθρο δεν καθιστά την ίδια την κλινική ύπνωση «ψευδοεπιστήμη». Η κλινική ύπνωση δεν θεραπεύει γενικώς· έχει συγκεκριμένες ενδείξεις, περιορισμούς και προϋποθέσεις χρήσης.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις λεγόμενες «αναδρομές». Η ύπνωση δεν αποτελεί αξιόπιστη μέθοδο αποκάλυψης ενός κρυμμένου, αντικειμενικά αποθηκευμένου παρελθόντος. Η μνήμη είναι ανακατασκευαστική και η έρευνα δείχνει ότι η υπνωτική ανάκληση και η υποβολή μπορεί να αυξήσουν τόσο την ανάκληση γεγονότων που δεν συνέβησαν όσο και τη βεβαιότητα του ανθρώπου ότι αυτά συνέβησαν.
Καμία θεραπευτική μέθοδος δεν είναι πανάκεια
Το γεγονός ότι υπάρχουν «τσαρλατάνοι» που ασκούν «ψευδοεπιστήμη» δεν πρέπει να μας οδηγεί σε ναρκισσιστικές υπερασπίσεις της επιστήμης και του έργου μας. Η ψυχοθεραπεία, η ψυχολογική ή η ψυχιατρική επιστήμη δεν προσφέρουν «εργαλεία» που επιλύουν αυτόματα όλα τα προβλήματα. Καμία μέθοδος, ακόμη και η πιο μελετημένη, δεν είναι πανάκεια.
Η επαγγελματική επάρκεια ενός ειδικού δεν κρίνεται μόνο από το πόσο καλά εφαρμόζει μια τεχνική. Περιλαμβάνει και την επίγνωση των ορίων και των όρων άσκησής της. Στην ψυχοθεραπεία η μέθοδος δεν ασκείται από μόνη της, αλλά εφαρμόζεται πάντοτε μέσα σε μια συγκεκριμένη θεραπευτική σχέση. Η θεραπευτική συμμαχία διατρέχει διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις και αποτελεί έναν από τους σταθερότερους παράγοντες που συνδέονται με το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Η τεχνική έχει σημασία, αλλά δεν υποκαθιστά τη σχέση ούτε λειτουργεί ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που συναντιούνται.
«Εναλλακτικές θεραπείες»: μια ψύχραιμη οριοθέτηση
Α. Δεν είναι θεραπευτικά εργαλεία στην Ψυχική Υγεία
Οι αποκαλούμενες «εναλλακτικές θεραπείες» δεν ανήκουν, ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να θεωρούνται από το κοινό ότι ανήκουν, στο πεδίο της Ψυχικής Υγείας. Ανήκουν κυρίως στη σφαίρα της πνευματικής αναζήτησης, των συστημάτων πίστης και της προσωπικής κοσμοθεωρίας. Δεν είναι ζήτημα των ορθολογιστών επιστημόνων να ζητήσουν την απαγόρευσή τους.
Χρειάζεται όμως διάκριση. Η αστρολογία, ο διαλογισμός, οι θρησκευτικές και οι πνευματικές πρακτικές δεν είναι μεταξύ τους το ίδιο. Κάποιες αποτελούν προσωπική επιλογή και κοσμοθεωρία, ενώ άλλες έχουν μελετηθεί ή μπορεί να λειτουργούν συμπληρωματικά. Τίποτε από αυτά όμως δεν τις καθιστά αυτομάτως θεραπευτικά εργαλεία στο πεδίο της Ψυχικής Υγείας.
Το όριο είναι σαφές: άλλο η προσωπική ή πνευματική αναζήτηση και άλλο η ανάληψη θεραπείας ψυχικών δυσκολιών και διαταραχών.
Β. Η αλλαγή τίτλου δεν αλλάζει τη θεραπευτική πράξη
Πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες υπό τον τίτλο του «θεραπευτή» ή κάποια άλλη αντίστοιχη ονομασία μπορεί να επικαλούνται την «εναλλακτική» αντιμετώπιση ψυχικών προβλημάτων ή διαταραχών. Το γεγονός ότι κάποιος δεν δηλώνει Ψυχολόγος ή Ψυχίατρος δεν αλλάζει τη φύση αυτού που πράττει. Αν αναλαμβάνει στην πράξη τη θεραπεία ψυχικών προβλημάτων, εισέρχεται στο πεδίο της Ψυχικής Υγείας.
Εδώ προκύπτουν ζητήματα υπέρβασης επαγγελματικών ορίων, παραπληροφόρησης και ενδεχόμενου κινδύνου για την ψυχική υγεία των ανθρώπων. Χρειάζεται επομένως ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τέτοιες υπηρεσίες, στις υποσχέσεις που δίνονται και στα όρια που δηλώνονται.
Γ. Το κράτος οφείλει να προστατεύσει από πραγματικούς κινδύνους
Εκεί όπου πράγματι χρειάζεται παρέμβαση είναι στη χρήση τίτλων που δημιουργούν την εντύπωση αναγνωρισμένης επαγγελματικής ιδιότητας στην Ψυχική Υγεία και, κυρίως, στην εφαρμογή μη κατάλληλων ή μη ενδεδειγμένων πρακτικών για την αντιμετώπιση ψυχικών προβλημάτων. Το ζήτημα γίνεται σοβαρότερο όταν εκείνος που αναλαμβάνει έναν θεραπευτικό ρόλο δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει σοβαρές κλινικές καταστάσεις, όπως αυτοκτονικότητα, ψυχωτική συμπτωματολογία ή άλλες καταστάσεις που απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση.
Το κοινό χρειάζεται να ενημερώνεται όχι μόνο για το αν μια μέθοδος παρουσιάζεται ως αποτελεσματική, αλλά και για τις ενδείξεις, τις αντενδείξεις και τους περιορισμούς της, για το ποιος την εφαρμόζει και μέσα σε ποιο πλαίσιο. Η προστασία της δημόσιας υγείας δεν απαιτεί απαγόρευση κάθε εναλλακτικής πρακτικής. Απαιτεί σαφή όρια εκεί όπου κάποιος αναλαμβάνει να θεραπεύσει έναν άλλον άνθρωπο.
Καταλήγοντας
Η προστασία της Ψυχικής Υγείας από την ψευδοεπιστήμη και από πραγματικά επικίνδυνες πρακτικές απαιτεί σαφή όρια και, όπου χρειάζεται, παρέμβαση. Δεν απαιτεί όμως την απαγόρευση κοσμοθεωριών, συστημάτων πίστης και μορφών προσωπικής ή πνευματικής αναζήτησης.
Ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να διαλογίζεται, να προσεύχεται ή να αναζητά νόημα μέσα από ένα σύστημα πίστης. Δεν είναι όλα αυτά ίδια ούτε χρειάζεται να καταταχθούν στην ίδια κατηγορία. Ανήκουν όμως στην ελευθερία του να διαμορφώνει τη δική του κοσμοθεωρία και τον δικό του τρόπο αναζήτησης.
Τίποτε από αυτά δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέεται με την Ψυχική Υγεία όπως αυτή ασκείται από τους αρμόδιους επαγγελματίες υγείας, εντός των επιστημονικών και επαγγελματικών τους αρμοδιοτήτων. Η πίστη έχει το δικό της πεδίο. Η πνευματικότητα το δικό της. Η ευεξία και η προσωπική ανάπτυξη επίσης. Η Ψυχική Υγεία και η ψυχοθεραπεία έχουν το δικό τους πλαίσιο, τα δικά τους επαγγελματικά όρια και τη δική τους ευθύνη.
Αυτά μπορούν να συνυπάρχουν. Δεν χρειάζεται όμως να συγχέονται.
